FANDOM


Topapipoudenyphrxepote
Το Παπί που δεν Υπήρξε Ποτέ!
Duckneverwas
Η πρώτη σελίδα της δημοσίευσης σε γερμανική έκδοση
Ελληνικός τίτλοςΤο Παπί που δεν Υπήρξε Ποτέ!
Πρωτότυπος τίτλοςThe Duck Who Never Was
Ήρωας(ες)Ντόναλντ Ντακ
Σελίδες16
Είδος4 γραμμές ανά σελίδα
ΕμφανίσειςΝτόναλντ Ντακ, Χιούη, Λιούη και Ντιούη Ντακ, Νταίζυ Ντακ, Γκαστόνε Γκάντερ, Σκρουτζ Μακ Ντακ, Γιαγιά Ντακ, Πασχάλης Χήνος, Μουργόλυκοι, Κύρος Γρανάζης, Γλόμπος, Σκληρόκαρδος Χρυσοκούκης, Μάτζικα Ντε Σπελ, Έηπριλ, Μαίυ και Τζουν Ντακ
ΣενάριοΝτον Ρόσα
ΣχέδιοΝτον Ρόσα
Ημερομηνία πρώτης δημοσίευσηςΜάιος 1994
Δημοσιεύτηκε στην Ελλάδα στο/σταΙούλιος 2006: ΚΟΜΙΞ #217

Η ιστορία Το Παπί που δεν Υπήρξε Ποτέ είναι μια επετειακή ιστορία που γράφτηκε και σχεδιάστηκε από τον Ντον Ρόσα για την εξηκοστή επέτειο του Ντόναλντ Ντακ.

ΥπόθεσηEdit

Ο Ντόναλντ Ντακ ετοιμάζεται να πάει για άλλη μια φορά στην καινούρια του δουλειά. Το ηθικό του είναι πολύ χαμηλό. Στοιχηματίζει μάλιστα ότι θα έχει απολυθεί μέχρι το μεσημέρι.  Πληγώνεται ακόμα περισσότερο, όταν βλέπει ότι τα ανιψάκια του έχουν ξεχάσει την επέτειο εκείνης της ημέρας, της 9ης Ιουνίου: Είναι τα γενέθλια του Ντόναλντ!!! Ο Ντόναλντ καταρρακώνεται και νιώθει ένα σκέτο μηδενικό. Αναλογίζεται την σημασία του για τον κόσμο και βρίσκει ότι τίποτα δεν θα άλλαζε αν δεν υπήρχε: Ο θείος Σκρουτζ θα ήταν το ίδιο πλούσιος, η Νταίζυ το ίδιο όμορφη και κοκέτα, ο Κύρος το ίδιο έξυπνος, ο Γκαστόνε το ίδιο τυχεράκιας...

Ο Ντόναλντ φτάνει στην νέα του δουλειά. Θέλει να γίνει φύλακας στο Μουσείο της Λιμνούπολης. Ενώ συμπληρώνει την αίτηση, όμως, ο διευθυντής διαβάζει το χαρτί ανάποδα και αντί για 09 Ιουνίου βλέπει 60! Έτσι νομίζει πως ο Ντόναλντ είναι εξήντα χρονών, τον συνταξιοδοτεί πάραυτα και του χαρίζει και ένα αναμνηστικό ρολόι. Ο Ντόναλντ στέκεται απογοητευμένος ανάμεσα στα εκθέματα, όταν το ρολόι σπάει, τα ελατήρια τινάζονται και ο Ντόναλντ ρίχνει ένα βάθρο και τρώει στο κεφάλι ένα μεγάλο βάζο! 

Ενώ είναι αναίσθητος, ακούει μια παράξενη φωνή: "Ξύπνα αφέντη, από τον βαθύ σου λήθαργο! Η επιθυμίες σου είναι προσταγή για μένα!". Ο Ντόναλντ έκπληκτος βλέπει ένα παράξενα ντυμένο παπί, το οποίο εξηγεί πως στην πραγματικότητα είναι το μαγικό Τζίνι των Γενεθλίων, και ικανοποιεί μία επιθυμία αυτού που θα αγγίξει την μαγική λήκυθο την ημέρα των γενεθλίων του! Ο Ντόναλντ θεωρεί πως είναι φάρσα της Κρυμμένης Κάμερας και προσβάλλει το τζίνι. Όταν καταλαβαίνει όμως το λάθος του, απελπίζεται με την γκάφα του και εύχεται να μην είχε γεννηθεί. "Πες το κι έγινε!" είπε το τζίνι ! "Δεν έχεις γεννηθεί!".Ο Ντόναλντ απορεί και βγαίνει έξω. Μένει όμως έκπληκτος: Η γειτονιά έχει υποβαθμιστεί εν ριπή οφθαλμού! Οι τοίχοι είναι βρώμικοι, γεμάτοι μουτζούρες, το μουσείο σφραγισμένο με σανίδες και κλειστό, ενώ σαν να μην έφταναν όλα αυτά έκλεψαν και το αμάξι του Ντόναλντ! Ο Ντόναλντ βλέπει το ηλεκτρικό σαραβαλάκι της Γιαγιάς Ντακ και πλησιάζει για να της ζητήσει να τον πετάξει ως το πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα για να αναφέρει την κλοπή. Στο τιμόνΙ, όμως, βρίσκει τον... Κύρο Γρανάζη! Ο εφευρέτης υποστηρίζει ότι έχει αγοράσει το αγρόκτημα και το αμάξι της Γιαγιάς Ντακ εδώ και χρόνια και πλέον ζει ως αγρότης. Εξηγεί στον Ντόναλντ πως ήταν παλιά λαμπρός εφευρέτης, αλλά μία από τις εφευρέσεις του, η Ακτίνα της Σκέψης, έδωσε μυαλό σε έναν λύκο, που άρχισε να κυνηγάει τον Κύρο για να τον φάει. Ο Κύρος παρέσυρε τον λύκο στην ανεστραμμένη Ακτίνα της Σκέψης, όμως η Ακτίνα χτύπησε και τον ίδιο. Ο λύκος άρχισε να ξανασκέφτεται σαν λύκος, ομως το μυαλό του Κύρου υποβαθμίστηκε και έκτοτε δεν κατάφερε να ξαναεφεύρει τίποτα. Ο Ντόναλντ απορεί και θυμάται ότι ο έξυπνος λύκος δεν είχε πιάσει τον Κύρο, αλλά εκείνον, όμως ο Κύρος τού λέει πως δεν τον ξέρει, αν όμως είχαν γνωριστεί παλιά, του ζητάει να επισκευάσει ένα κουκλάκι, τον... Γλόμπο (!!!) που έχει πάψει να λειτουργεί εδώ και χρόνια. Ο Ντόναλντ απομακρύνεται νομίζοντας ότι ο Κύρος τρελάθηκε.

Πηγαίνει στο Θησαυροφυλάκιο του θείου Σκρουτζ για να τηλεφωνήσει από κει στην Αστυνομίαμ δεν βρίσκει στην τσέπη του όμως ούτε λεφτά ούτε τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Αντί για την Δεσποινίδα Ευταξία, βρίσκει ως γραμματέα την Γιαγιά Ντακ, η οποία επιβεβαιώνει την ιστορία του Κύρου για την πώληση του αγροκτήματος, και ενημερώνει τον άφωνο Ντόναλντ ότι πλέον το κτήριο δεν ανήκει στον Σκρουτζ Μακ Ντακ, αλλά στην Νταίζυ Ντακ, η οποία το έχει μετατρέψει σε κολοσσιαίο τυπογραφείο για να εκδίδει τα ρομαντικά μυθιστορήματα που έγραψε για να γεμίσει την μοναχική ζωή της. Ξαφνικά εμφανίζεται η Νταίζυ, ντυμένη στην τρίχα και με ξανθιά περούκα, η οποία πετά τον Ντόναλντ έξω με τις κλωτσιές. Τότε μόνο, όταν ο Ντόναλντ βλέπει και την επιγραφή στο Θησαυοφυλάκιο ("Μις Νταίζυ Α.Ε."), συνηδειτοποιεί ότι το τζίνι ήταν αληθινό και εκπλήρωσε την επιθυμία του: Ο Ντόναλντ Ντακ δεν γεννήθηκε ποτέ!

Κάτω από τον Λόφο Αμαξοφονιά, ο Ντόναλντ βρίσκει ένα αυτοκίνητο ίδιο με το δικό του, και καθώς τα κλειδιά ήταν στην μηχανή, το παίρνει και αρχίζει να περιπλανιέται στους δρόμους. Σε ένα στενό σοκάκι συναντά τον Πασχάλη, ο οποίος έχει αδυνατίσει κατά πολύ και διηγείται την δική του δραματική ιστορία: Ο θείος Σκρουτζ τον προσέλαβε για βοηθό (ήταν ο πλησιέστερος συγγενής του, αφού δεν υπήρχε ο Ντόναλντ), όμως την πρώτη μέρα της δουλειάς, αγόρασε μπιφτέκια από μια κυρία, πληρώνοντας με ένα νόμισμα που δανείστηκε από τον θείο Σκρουτζ. Η "κυρία" ήταν η Μάτζικα Ντε Σπελ και το "νόμισμα" ήταν η Τυχερή Δεκάρα του Σκρουτζ!!! Ο θείος Σκρουτζ είχε τρέξει να την προλάβει, αλλά εκείνη έλιωσε την Δεκάρα στον Βεζούβιο, έφτιαξε ένα μαγικό φυλαχτό και σήμερα είναι η Πιο Πλούσια Πάπια στον Κόσμο. Ο Σκρουτζ όμως δεν είναι καν δεύτερος. Η απώλεια της δεκάρας του τον τσάκισε και ένας άλλος κροίσος, ο Σκληρόκαρδος Χρυσοκούκης, τον τύλιξε σε μια κόλλα χαρτί και του πήρε τα πάντα. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Χρυσοκούκης πήρε όλα τα λεφτά και τις επιχειρήσεις του Σκρουτζ στην Νότιο Αφρική, με αποτέλεσμα η Λιμνούπολη να χάσει τα έσοδα από τις επιχειρήσεις του Σκρουτζ και τους φόρους που πλήρωνε και να αρχίσει σιγά σιγά να μετατρέπεται σε μια ερειπωμένη πόλη φάντασμα! Ο Ντόναλντ ρωτάει πού μπορεί να βρει τον Σκρουτζ και ο Πασχάλης αποκαλύπτει μέσα σε ένα βαρέλι έναν παμβρώμικο, ταλαιπωρημένο, πάμφτωχο Σκρουτζ με σκισμένα ρούχα. Ο Ντόναλντ φεύγει με το αμάξι, κοντεύοντας να τρελαθεί με τα χάλια των αγαπημένων του προσώπων.

Και τότε αποφασίζει γελώντας σατανικά να πάει στον άσπονδο ξάδερφό του, τον Γκαστόνε Γκάντερ, και να γελάσει με την ψυχή του, αν έχει και εκείνος τα ίδια χάλια. Στο σπίτι του Γκαστόνε, ο Ντόναλντ δεν τον βρίσκει, αλλά μένει προ επλήξεως όταν αντικρίζει τρεις μικρούς χοντρομπαλάδες να χλαπακιάζουν τον αγλέωρα μπροστά στην τηλεόραση, οι οποίοι του ζητούν να αλλάξει κανάλι γιατί έχει χαλάσει το τηλεχειριστήριο και ισχυρίζονται ότι είναι ο Χιούη, ο Λιούη και ο Ντιούη!!! Όπως λένε οι ίδιοι, μένουν με τον θείο τους τον Γκαστόνε από μικρά παπάκια (προτού γίνουν 300 κιλα έκαστος), και εκείνος είναι το πρότυπό τους: Όταν μεγαλώσουν, υποστηρίζουν πως θα γίνουν κι αυτοί τυχεράκηδες και αστέρες της τηλεόρασης. Ο Ντόναλντ προσπαθεί να τα βάλει στον ίσιο δρόμο, παροτρύνοντάς τα να ασχοληθούν με τα καθήκοντά τους ως Μικροί Εξερευνητές. Εκείνοι αντιγυρίζουν πως δεν είναι Μικροί Εξερευνητές και πως εκείνοι είναι ένα τσούρμο χαζοβιόληδες που όλη μέρα περιδιαβαίνουν στα όρη και τα βουνά και διαβάζουν ένα χαζοβιβλίο ("Διαβάζουν; Μπλιάχ!" αναφωνεί ένα ανιψάκι). Ξαφνικά, μπαίνει στο σπίτι ο Γκαστόνε, που περνάει τον Ντόναλντ για τον υπάλληλο που έστειλε η ασφαλιστική εταιρία για την κλοπή του αυτοκινήτου του, το οποίο όλως παραδόξως ο κλέφτης άφησε έξω από το σπίτι. Ο Γκαστόνε όμως, δεν νιώθει πίκρα και απογοήτευση, όπως ήλπιζε ο Ντόναλντ, αλλά δεν σκοτίζεται καθόλου για ένα σαράβαλο που είχε κερδίσει πριν από δέκα χρόνια. Την ίδια μέρα κέρδισε μόλις τρεις ολοκαίνουριες λιμουζίνες! Ο Γκαστόνε υπερηφανεύεται ότι είναι το πιο ευτυχισμένο παπί του κόσμου και ο Ντόναλντ πάει να σκάσει από το κακό του, όταν ο Γκαστόνε συνειδητοποιεί ότι ο Ντόναλντ είναι ο κλέφτης και φωνάζει στους αστυνομικούς να τον πιάσουν.

Ο Ντόναλντ το βάζει στα πόδια αλλά τον σταματούν δύο... Μουργόλυκοι, οι οποίοι έγιναν όργανα της τάξης όταν φαλίρισε ο Σκρουτζ, ενώ ο αδερφός τους δήμαρχος. Οι ίδιοι ζουν χάρη στο μπαξίσι. Ο Ντόναλντ ξαναορμαει στο αμάξι του Γκαστόνε και φεύγει γκαζωμένος, αλλά οι Μουργόλυκοι βρίσκονται στο κατόπι του. Ο Ντόναλντ συνειδητοποιεί το μεγεθος του λάθους του και καταλαβαίνει πόσο σημαντικός είναι για τους άλλους. Σε μια προσπάθεια να διορθώσει το χάος, επιστρέφει πίσω στο Μουσείο της Λιμνούπολης. Τα φρένα του αμαξιού χαλάνε και ο Ντόναλντ γκρεμίζει με την εντυπωσιακή του είσοδο το μισό μουσείο. Τρέχει δίπλα στο βάθρο με την λήκυθο, όμως συνειδητοποιεί ότι είχε το δικαίωμα για μόνο μια ευχή και δεν μπορεί να κάνει άλλη. Το τζίνι όμως τού εξηγεί ότι δικαιούται μια ευχή για κάθε φορά που τρίβει την λήκυθο την ημέρα των γενεθλίων του! Ο Ντόναλντ αμφιβάλλει, το τζίνι όμως τον παρακινεί να τρίψει ξανά την λήκυθο γιατί έχει μαντέψει ήδη την επιθυμία του. Ο Ντόναλντ φέρνει αντιρρήσεις λέγοντας πως την τελευταία φορά δεν έτριψε την λήκυθο, αλλά την έφαγε στο κεφάλι. Εν τω μεταξύ, οι ένστολοι Μουργόλυκοι τον έχουν στριμώξει και ενώ είναι έτοιμοι να τον πιάσουν, το τζίνι αποφασίζει να κάνει το χατίρι στον Ντόναλντ, έτσι αρπάζει το βάζο και του το φέρνει στο κεφάλι και ο Ντόναλντ μένει αναίσθητος.

Όταν συνέρχεται ο Ντόναλντ, το Μουσείο δεν μοιάζει πια με ερείπιο και οι Μουργόλυκοι είναι άφαντοι. Ο Ντόναλντ, ύστερα από μια έντονη εσωτερική διαφωνία με τον εαυτό του, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα τζίνι δεν υπάρχουν και όλα αυτά ήταν ένα όνειρο που είδε όσο ήταν αναίσθητος. Γεμάτος χαρά, μπαίνει στο Σαραβαλάκι του και ξεκινάει γκαζωμένος και ευχαριστημένος. Όπως φαίνεται, όμως, η εμπειρία αυτή ήταν αληθινή, αφού το τζίνι μονολογεί με τον εαυτό του μέσα στο πιθάρι του... "Μα το σαρίκι του Αλή Μπαμπά! Τι ανισόρροπος τύπος! Διαφωνεί ακόμα και με τον εαυτό του!".

Φτάνει σπίτι του, αλλά εκεί τον περιμένει άλλη μια μεγάλη έκπληξη: Τα ανιψάκια του τού έχουν οργανώσει ένα μεγάλο πάρτυ έκπληξη και ομολογούν πως προσποιήθηκαν ότι ξέχασαν τα γενέθλια του Ντόναλντ το πρωί. Όλοι οι καλεσμένοι εύχονται στον Ντόναλντ, όταν ξαφνικά χτυπάει ο εργοδότης του Ντόναλντ από το Μουσείο της Λιμνούπολης. Ομολογεί πως έκανε λάθος και θα ξαναπροσλάβει τον Ντόναλντ με μια γενναία αύξηση, καθώς η ηλικία συνταξιοδότησης είναι τα 65 και εκείνος είναι μόλις 60! Η Νταίζυ παθαίνει σοκ με την αποκάλυψη ότι ο Ντόναλντ είναι 60 χρονών και εκείνος δεν το αρνείται, αλλά την περιπαίζει λέγοντας: "Τι να σου πω τώρα; Είδες πώς πέρασαν τα χρόνια;". 

Έτσι (αφού πρόσθεσαν τις απαραίτητες ντουζίνες κεράκια στην τούρτα), εύχονται όλοι μαζί: 

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΝΤΑΚ!!!

700px-Παπι13

ΠαρασκήνιοEdit

Συνέντευξη του Ντον ΡόσαEdit

Βλ. Συνέντευξη του Ντον Ρόσα για τον Ντόναλντ στο ΚΟΜΙΞ 217